δημοκόλακας

δημοκόλακας
[-αξ (-ακος)] ο уст. демагог, льстец, заискивающий перед народом

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "δημοκόλακας" в других словарях:

  • δημοκόλακας — ο (Α δημοκόλαξ) αυτός που κολακεύει τον λαό, ο δημαγωγός …   Dictionary of Greek

  • δημοκόλακας — δημοκόλαξ mob flatterer masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δήμος — (5ος αι. π.Χ.). Αθηναίος, γιος του Πυριλάμπη που φημιζόταν για το κάλλος του. Για την ομορφιά του γίνεται λόγος στον Γοργία του Πλάτωνα και στον Αριστοφάνη. Το σπίτι του Πυριλάμπη και του Δ. ήταν γνωστό σε όλη την Ελλάδα για τα πτηνοτροφεία του,… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»